|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | bugger off vi phrasal | vulgar, offensive, informal, UK (go away) | φεύγω ρ αμ | | | (καθομιλουμένη, προσβλητικό) | πάω να χαθώ, του δίνω, πάω στα τσακίδια, παίρνω δρόμο έκφρ | | | (αργκό, μεταφορικά) | την κάνω έκφρ | | | My little brother was being such a pest, I told him to bugger off. | | | Ο μικρός αδελφός μου ήταν τόσο ενοχλητικός που του είπα να πάει στα τσακίδια. | | Bugger off! interj | vulgar, offensive, informal, UK (go away) | φύγε έκφρ | | | (καθομιλουμένη, προσβλητικό) | άντε χάσου, δίνε του, στα τσακίδια, άντε στα τσακίδια, πάρε δρόμο έκφρ | | | (αργκό, μεταφορικά) | κάν' την έκφρ | | | Bugger off! You're annoying me. | | bugger off vi phrasal | vulgar, potentially offensive, informal, UK (escape responsibility) (αργκό) | την κάνω έκφρ | | | (καθομιλουμένη) | την κοπανάω έκφρ | | | The children's father buggered off when they were little, leaving their mum to raise them alone. |
|
|